Μικρός αριθμός δειγμάτων (& πλήρων) είδους λεπτού & συμπιεσμένου προφίλ, με πολύ ακανόνιστο οβάλ σχήμα μεγάλης ποικιλομορφίας (από λοξά συνεστραμμένο ελλειψοειδές έως σχεδόν τετραγωνισμένο, τείνον ελαφρώς έως εντόνως προς το οπίσθιο μέρος), το οποίο προς την κοιλιακή χώρα σχηματίζει πολύ ανώμαλο θύλακα, ενώ στο εμπρόσθιο μέρος διαθέτει κοίλο άνοιγμα βύσσου. Οι θυρίδες είναι εύρωστες & στιβαρές, το ανάγλυφο σχετικά λείο με ελασματόμορφη στρωμάτωση λεπτών τοιχωμάτων και περιφέρεια ανώμαλη, με συγκεντρικές κατά το πλείστον, αδρές & βαθμιδωτές, αλλά εύθρυπτες λεπίδες κατά την περίμετρο προς την κοιλιακή χώρα, στο άκρο της οποίας εμφανίζονται ενίοτε και αξονικές πτυχώσεις. Οι σύνδεσμοι είναι πολλαπλοί, με μορφή κτενοειδών ελασμάτων (περίπου 7), σε κοιλότητες κατά μήκος της άνω πλευράς ίσιου & οδοντωτού κλείστρου. Διαθέτει απλό, αλλά έντονο, μεγάλο & ιριδίζον μυικό αποτύπωμα, σε τόνους λευκού, κίτρινου ή μπλέ, με ευρεία περίμετρο. Η εξ. επιφάνεια κυμαίνεται σε εύρος αποχρώσεων από λευκάζουσες έως καφε-κόκκινες, ενίοτε σταχτί έως ελαφρώς ιώδεις, κατανεμημένες από ανοιχτόχρωμες κιτρινωπές κοντά στους σπονδύλους προς σκουρότερες στην κοιλία, ενώ στην εσωτερική αναπαράγονται τα εξωτερικά χρώματα ιδίως κατά την περίμετρο, πάντοτε σε χαρακτηριστική διχρωμία αμφότερες, όπως δηλώνει και η ονομασία. Το είδος προέρχεται από τα ύδατα της τροπικής Καραιβικής κυρίως & της υποτροπικής Λατ. Αμερικής και διέσχισε τον Ατλαντικό πιθανώτατα πάνω σε επιπλέοντα φύκη ή άλλα αντικείμενα (καθώς και μέσω θαλάσσιων συγκοινωνιών ή έρματος πλοίων), επιδεικνύοντας μεγάλη ικανότητα διασποράς και επιβίωσης σε ακραίες συνθήκες θερμοκρασίας & αλατότητας. Η επιτυχημένη έλευση και εγκατάσταση αυτού στην Ανατ. Μεσόγειο (& στις ελληνικές θάλασσες) έγινε δυνατή αφού επωφελήθηκε από τον υφιστάμενο ζεστό και ισόθερμο θαλάσσιο "διάδρομο" που συνδέει τα στενά του Γιβραλτάρ με το Λεβάντε, όπου δημιούργησε ευρείες αποικίες (υπερπηδώντας προς το παρόν την ψυχρότερη Δυτ. Μεσόγειο). Το παρόμοιο συγγενές Isognomon australicus διαθέτει συνήθως περισσότερα - περίπου 15 - κτενοειδή δόντια στο κλείστρο (βλ. ειδοποιούς διαφορές του παρόντος είδους και του παρόμοιου συγγενούς Is. legumen μεταξύ των, καθώς και αμφοτέρων ως προς το Is. australicus). Σημειώνεται ότι το μή συγγενές λεσσεψιανό Malleus regula (ή στρειδόσφυρο, όπως θυμίζει και η ονομασία αυτού) αναπτύσσεται σε παρόμοιους βιότοπους και προσομοιάζει ενίοτε στο παρόν είδος - μορφικά / σχηματικά, αλλά και γλυπτικά / χρωματικά - διακρινόμενο εύκολα πάντως από αυτό, καθώς διαθέτει κλείθρο στερούμενο της μοναδικής κτενοειδούς οδόντωσης των Isognomonidae.